![]() |
| Φωτογραφία από τη διαδήλωση διαμαρτυρίας στην Αθήνα εναντίον των κατακτητών στις 25 Μαρτίου 1942. |
Μέσα στην πολυτάραχη ιστορία του εθνικού βίου, πολλές φορές ό εορτασμός της 25ης Μαρτίου, πήρε δραματικό χαρακτήρα διαδήλωσης υπέρ της ελευθερίας
Οι πιο σημαντικές εκδηλώσεις τέτοιας μορφής στα νεώτερα χρόνια, ήταν αναμφισβήτητα, εκείνες του 1942 στην καρδιά της σκλαβωμένης Αθήνας.
Ο Οδυσσέας Ελύτης εμπνέεται από αυτό το ιστορικό γεγονός στο εμβληματικό έργο του, την ποιητική σύνθεση Άξιον Εστί που δημοσίευσε το 1959. Το Ανάγνωσμα Τρίτο με τον τίτλο” Η Μεγάλη Έξοδος” από τα Πάθη του “Άξιον Εστί” έχει ως θέμα τη μεγάλη εκδήλωση διαμαρτυρίας που έγινε στην Αθήνα με την ευκαιρία του απαγορευμένου εορτασμού της 25ης Μαρτίου 1942.
ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΡΙΤΟ
Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ
ΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ εκείνες έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά[1] και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ' ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος κι εξουσία η Άνοιξη.
Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθιο να γιορτάζει τον άλλο Σηκωμό, τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο. Και νωρίς εβγήκανε κατά μπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβιά σα σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδιαπου τους έλεγαν αλήτες. Και ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια.Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές, πού 'λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα.
Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντες οι Άλλοι, σφόδρα ταράχθηκαν. Και φορές τρεις με το μάτι αναμετρώντας το έχει τους, λάβανε την απόφαση να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες, με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μία πήχη φωτιά κάτω απ' τα σίδερα, με τις μαύρες κάνες και τα δόντια του ήλιου. Όπου μήτε κλώνος μήτε ανθός, δάκρυο ποτέ δεν έβγαλαν. Και χτυπούσανε όπου να 'ναι, σφαλώντας τα βλέφαρα με απόγνωση. Και η Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε. Σα να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ' ολάκερη τη γη, για να περάσει η Άνοιξη παρά μονάχα αυτός, και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, πέρ' απ' την άκρη της απελπισιάς, τη Γαλήνη που έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια.
Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε πλήθος τα θηρία, και άλλους εμάζωξαν. Και την άλλη μέρα εστήσανε στον τοίχο τριάντα.
Στίς 24 Μαρτίου 1942 το πρωί, μικρές ομάδες φοιτητών μαζεύτηκαν στην πλατεία Εξαρχείων. Ήταν ειδοποιημένοι από την οργάνωση τους, το σπουδαστικό τμήμα του ΕΑΜ Νέων, που κατηύθυνε τον αγώνα στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Οί περισσότεροι έρχονταν κατευθείαν από το φοιτητικό συσσίτιο, όπου επί ώρες περίμεναν κάθε μέρα με τα κατσαρολάκια τους για να πάρουν μια κουταλιά μπλιγούρι ή νεροζούμι με λιγοστές φακές, για να κρατηθούν στα πόδια τους.
Λίγα άτομα ήταν στην πλατεία, όταν ακούστηκαν τα πρώτα χειροκροτήματα. Ήταν κάτι το απροσδόκητο. Κάτω από τη μύτη των Γερμανών καί των Ιταλών, ένας φοιτητής ανέβηκε σε μια καρέκλα, καί με βιαστικά λόγια, μίλησε για τους αγώνες καί τίς θυσίες των προγόνων μας του '21, «πού μας δείχνουν καί σήμερα το δρόμο για να λευτερωθούμε από τους καινούργιους τυράννους...».
Τα βαθουλωμένα από την πείνα μάτια του νέου, πετούσαν φλόγες καθώς υπογράμμισε με έμφαση τίς τελευταίες αυτές φράσεις.
Συγχρόνως εκατοντάδες νεανικές φωνές άρχισαν να τραγουδούν το «Μαύρη είναι ή νύχτα στα βουνά». Τα γύρω παράθυρα άνοιξαν, καί οί σκλάβοι Αθηναίοι δεν πίστευαν στα μάτια τους. Χειροκροτήματα ακούστηκαν από παντού. Κάποιος κρατούσε μπροστά μια ελληνική σημαία, καί ή φάλαγγα των διαδηλωτών, συνεχώς μεγάλωνε. Προχώρησαν όλοι, κι έφτασαν στο Κολωνάκι, στην πλατεία Ξανθού, για να στεφανώσουν το άγαλμα του Φιλικού.
Τα πρώτα σύννεφα φάνηκαν λίγο αργότερα. Στήν οδό Σόλωνος, κοντά στη Νομική Σχολή, δύο ζώνες αστυφυλάκων, προσπαθούσαν να φράξουν το δρόμο. Το κύμα όμως των διαδηλωτών ήταν τόσο ορμητικό, πού έσπασε τον κλοιό. Ένας από τους φοιτητές, πλησίασε τον επικεφαλής αστυνόμο καί του υπενθύμισε ότι κι αυτός ήταν Έλληνας καί δεν θα έπρεπε να εκτελεί τίς εντολές των Ιταλών. Εκεί στο Κολωνάκι, μια φοιτήτρια σκαρφάλωσε καί πέρασε το στεφάνι στην προτομή του Ξανθού. 'Από τίς παρόδους όμως είχαν ήδη κάνει την εμφάνιση τους οί Ιταλοί.
Οί καραμπινιέροι όρμησαν στο πλήθος καί χτυπούσαν με τα κοντάκια των όπλων τους, με σπαθιά, κι άρχισε αληθινή μάχη, ενώ ο σημαιοφόρος, ένα παιδί από τα Δωδεκάνησα αμυνόταν ηρωικά για να μην του πάρουν τη σημαία. Οί φοιτητές ξανασυγκεντρώθηκαν στη Δεξαμενή, όπου έγινε νέα εκδήλωση με καινούργιο ομιλητή, μέσα σε πέλαγος πατριωτικού ενθουσιασμού. Ξαφνικά, ακούστηκαν πυροβολισμοί καί όμοβροντίες. Οί φοιτητές σκόρπισαν χωρίς να καταλάβουν από πού τους χτυπούσαν, θα το συνειδητοποιούσαν λίγο αργότερα. Οί Ιταλοί από τον Λυκαβηττό έριχναν επιθετικές χειροβομβίδες καί πυροβολισμούς.
Οί κατακτητές καί ή προσκυνηματική ψευδοκυβέρνηση, είχαν απαγορεύσει αυτές τίς εκδηλώσεις κι ετοιμάζονταν να... «τιμήσουν» οί ίδιοι την επέτειο, με τελετή στη Μητρόπολη καί στον "Αγνωστο στρατιώτη!.
Οί αρχές Κατοχής ένιωθαν την οργή του λαού, καί προσπαθούσαν να τον κατευνάσουν ύποκρινόμενοι ότι σέβονται τίς εθνικές παραδόσεις. Νωρίς λοιπόν, στον Μητροπολιτικό Ναό, εμφανίσθηκε ο «πρωθυπουργός» Τσολάκογλου, με στολή στρατηγού καί εκπρόσωποι των γερμανικών καί ιταλικών άρχων, οπού παρακολούθησαν τη Λειτουργία. Αμέσως κατόπιν, ό Τσολάκογλου κατευθύνθηκε στο Μνημείο του Άγνωστου, κατέθεσε οτεφάνι καί γονάτισε! Για να συμπληρωθεί ή «παράσταση», την ίδια ώρα πού ό Τσολάκογλου στεφάνωσε τον "Αγνωστο, ό «αντιπρόεδρος» της «κυβερνήσεως» ό Κ. Λογοθετόπουλος, πήγε στο μνημείο των Γερμανών στρατιωτών καί κατέθεσε δάφνινο στεφάνι πού έφερε ταινίες με τα... ελληνικά χρώματα! Παράλληλα, ό «υπουργός Οικονομικών», ό Γκοτζαμάνης μετέβη στο μνημείο των Ιταλών στρατιωτών για τον ίδιο σκοπό...
Ό «Κουίσλιγκ», ό θλιβερός εκείνος «πρωθυπουργός» Τσολάκογλου, συνεπής προς την παράδοση πού εγκαινίασε έναν χρόνο νωρίτερα στη Μακεδονία, δεν δίστασε να απευθύνει «διάγγελμα» στο λαό καί να εκφωνήσει λόγο από ραδιοφώνου απευθυνόμενος προς την νεολαία, την οποία είχε το θράσος να καλέσει να σταθεί στο πλευρό των... «επαναστάσεων» του φασισμού καί του Έθνικοσοσιαλιομού, διότι «μόνον με τάς νέας ιδέας το έθνος μας δύναται να ευτυχήσει εντός της νέας ευρωπαϊκής καί μεσογειακής τάξεως»!
Καί κατέληξε με την υπόσχεση, δτι «συντόμως θα είμαι είς θέσιν να αναγγείλω την άνάπλασιν των θεσμών μας καί την προσαρμογή των είς το νέον πνεύμα, το όποιον ενσαρκώνει ή Γερμανία του Χίτλερ καί ή Ιταλία του Μουσολίνι. Καί τότε θα καλέσω τους νέους να αναλάβουν είς χείρας των την διεύθυνσιν της Ελλάδος είς όλους τους τομείς...».Σ' αυτήν την προκλητική ομιλία, ή νεολαία απάντησε στον Τσολάκογλου με τον εορτασμό στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ό καθηγητής Δημ. Ζακυνθινός εκφώνησε έναν ενθουσιώδη πατριωτικό λόγο, πού τέλειωνε με τα λόγια του Ρήγα:
«Ακόμα ταύτη την άνοιξη, ραγιάδες, ραγιάδες...». Το
τι έγινε, είναι δύσκολο να περιγραφεί με τη θύελλα των χειροκροτημάτων
και' των ζητοκραυγών, ενώ ό χώρος είχε περικυκλωθεί από τους
καραμπινιέρους καί τα ελληνόφωνα όργανα τους.
Οι νέοι ξεχύθηκαν στους δρόμους της αδούλωτης Αθήνας, με πρώτους τους ηρωικούς ανάπηρους του πολέμου στην Αλβανία. Λευκοντυμένες νοσοκόμες κυλούσαν τα καροτσάκια τους, ενώ ό κόσμος τους χειροκροτούσε. Φοιτητές, εργάτες, υπάλληλοι καί χιλιάδες λαού ακολούθησαν εκείνη τη μαχητική διαδήλωση.
Οι Ιταλοί πάνω στ' άλογα με γυμνά τα ξίφη, πέσανε πάνω στο πλήθος καί τραυμάτισαν πολλούς, αλλά η διαδήλωση δεν διαλύθηκε. Οί νέοι κατέθεσαν στεφάνι στον Αγνωστο, καί μετά στεφάνωσαν τίς προτομές των ηρώων στο Πεδίο του ΄Αρεως, ενώ μια ατέλειωτη ουρά από μαυροντυμένες γυναίκες πού είχαν χάσει τους δικούς τους στο Μέτωπο, κατευθύνθηκαν με λουλούδια στον "Αγνωστο Στρατιώτη
πηγές: Δίστομο Αντεπτο
3ο Γυμνάσιο Αγ.Νικολάου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου