Με μια τρύπια κουβέρτα στον ώμο μας/
μ' ένα κρεμμύδι, πέντε ελιές κι ένα ξεροκόμματο φως στο ταγάρι μας/
άνθρωποι απλοί σαν τα δέντρα μπροστά στον ήλιο/ μ' ένα κρεμμύδι, πέντε ελιές κι ένα ξεροκόμματο φως στο ταγάρι μας/
άνθρωποι που δεν έχουμε άλλο κρίμα στο λαιμό μας/
εξόν μονάχα που αγαπάμε όπως και συ/
τη λευτεριά και την ειρήνη.
Από το 1947 ως και το 1951, περισσότεροι από 80.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά ελληνικής καταγωγής εκτοπίστηκαν στη Μακρόνησο, σε στρατόπεδα αναμόρφωσης που δημιουργήθηκαν για να «καταπολεμήσουν την επέκταση του Κομμουνισμού». Ανάμεσα στους εξόριστους αυτούς, βρίσκονταν πολλοί συγγραφείς και ποιητές, όπως ο Γιάννης Ρίτσος και ο Τάσος Λειβαδίτης. Παρά τις στερήσεις και τα βασανιστήρια, κατάφεραν να γράψουν ποιήματα στα οποία περιγράφουν τον αγώνα για επιβίωση μέσα σε αυτό το σύμπαν εγκλεισμού. Τα κείμενα αυτά, εκ των οποίων κάποια θάφτηκαν στα στρατόπεδα, βρέθηκαν αργότερα. Η ταινία αναμιγνύει τα ποιητικά αυτά γραπτά με τις ομιλίες αναμορφωτικής προπαγάνδας που μεταδίδονταν ακατάπαυστα από τα μεγάφωνα των στρατοπέδων. Αργά πλάνα τράβελινγκ μας οδηγούν σε ένα υπνωτικό ταξίδι μέσα στα ερείπια των στρατιωτικών εγκαταστάσεων, ενώ προσκρούουν σε φωτογραφικά αρχεία. Ένα κινηματογραφικό δοκίμιο που ζωντανεύει τη μνήμη ξεχασμένων ερειπίων και μιας μάχης που χάθηκε.
Σημείωμα του σκηνοθέτη
"Οι ποιητές συνήθως γράφουν για να
υμνήσουν τη φύση, να εκφράσουν ερωτικά αισθήματα ή ακόμα υπαρξιακές
αγωνίες. Σπάνιοι είναι εκείνοι που δημιούργησαν ποιητικό έργο πίσω από
συρματοπλέγματα, κάτω από βασανιστήρια. Οι ποιητές της Μακρονήσου έκαναν
να αναδυθεί από τα κείμενά τους μια φωνή αντίστασης, έναν πίδακας
ζωτικής δύναμης. Τα ποιητικά χρονικά της ζωής των πολιτικών εξόριστων
πάνω στο νησί αφηγούνται τον τρόμο και την επιβίωση μέσα σε αυτό το
βάρβαρο εργαστήριο που στόχο είχε τον «πνευματικό επαναπρογραμματισμό»
των αντιστεκόμενων κομμουνιστών. Κάνουν «ορατό» τον πανταχού παρόντα
φόβο, την ατέρμονη αναμονή, την αδυσώπητη δίψα και τα εξουθενωτικά
καψόνια της πέτρας που κουβαλιέται δίχως ανάπαυλα. Μιλούν για τις νύχτες
όπου αντηχούν οι κραυγές εκείνων που τρελάθηκαν από τα βασανιστήρια.
Όταν, κατά λογοτεχνική τύχη, διάβασα τα
ποιήματα αυτά, «είδα» εικόνες ενός φρικτού παρελθόντος, τις οποίες
θέλησα να φέρω αντιμέτωπες με εικόνες του παρόντος: αυτές των ερειπίων
των στρατοπέδων της Μακρονήσου. Θέλησα να ψάξω στους σωρούς από πέτρα
και σκυρόδεμα για αποτυπώματα των όσων συνέβησαν, να τα αντιπαραθέσω στα
ουρλιαχτά των μεγαφώνων που μετέδιδαν εθνικιστικά συνθήματα, να τα
τοποθετήσω δίπλα στις φωτογραφίες των εξόριστων.
Μια ταινία μνήμης που μάχεται ενάντια στη λήθη, σήμερα που αποτρόπαιες εθνικιστικές εξάρσεις αναδύονται ξανά στην Ελλάδα…"
Ο ήχος του μακρονησιώτικου αέρα κρατάει το τέμπο της ταινίας σαν να είναι ο χτύπος της καρδιάς της. Και η φωνή του γάλλου αφηγητή (Ζαν-Κλοντ Ντοφέν) που σχολιάζει το πώς κοιτούσαν οι απ' έξω «εσάς που βρισκόσασταν εκεί», διόλου τυχαία ακούγεται πάντοτε από το Λαύριο ενώ βλέπουμε τη Μακρόνησο από μακριά γιατί έτσι γίνεται ακόμη πιο χτυπητή η απόσταση.
Απο κριτική στο Βήμα
και απο το ποντίκι εδω

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου