Εκδόσεις Ελεγεία-Μετάφραση Χρήστος Κολτούκης-Μίλα!
-Μίλα! Γιατί δε μιλάς;
-Μίλα! Δε με νοιάζει τι θα πεις, μίλα!
-Μίλα! Μίλα!
Πες της...πες της...γιατί δεν της λες ότι κάθε στιγμή μαζί ήταν γιορτή. Επιφάνεια, οι δυο σας μόνοι μέσα στον κόσμο.
Ότι ήταν πιο θαρραλέα, πιο αναλάφρη κι από πουλί, ότι κατέβηκε ορμητική δυο δυο τα σκαλιά σαν ίλιγγος και μέσα από την υγρή πασχαλιά σε οδήγησε στο βασίλειό της, στην άλλη πλευρά, πίσω από τον καθρέφτη.
Πες της, γιατί δεν της λες, ότι όταν ήρθε η νύχτα, άνοιξαν διάπλατα οι πύλες της αγίας τράπεζας, ότι στο σκοτάδι έλαμψε η γύμνια σας, καθώς γείρατε.
Ότι άνοιξες τα μάτια σου και την είδες στο πλάι σου και είπες...Πες της το. Αυτό πρέπει να της το πεις: ευλογήμενη να' σαι.
Κι ότι ήξερες πως η ευλογία σου ήταν θράσος. Ότι κοιμόταν και το χέρι της ήταν ακόμα ζεστό κάτω από τα σκεπάσματα.
Πες της για τα ηλεκτροφόρα σύρματα της κοιλιάς της, ότι βουνά πρόβαλλαν στην ομίχλη, θάλασσες λυσσομανούσαν, ενώ κοιμόταν ακόμα καθισμένη σε θρόνο κι ήταν, θέε μου, δική σου.
Πες της, γιατί δεν της λες ότι όταν ξαπλώνατε μαζί, έσβησαν πόλεις χτισμένες ως εκ θαύματος.
Πουλιά ταξίδευαν στον ίδιο δρόμο.
Ότι ο ουρανός ξετυλιγόταν μπρος στα μάτια σας, ότι τα ψάρια στα ποτάμια κολυμπούσαν αντίδρομα.
Αρσένι Ταρκόφκσι - Πουλιά ταξίδευαν στο δρόμο μας
ΤΗΣ ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΚΡΙΤΣΕΦΣΚΑΓΙΑ
Αναδημοσίευση από τις «Αναγνώσεις» της Κυριακάτικης Αυγής απο camerastyloonline
Πόσοι γνωρίζουν πως τα ποιήματα που αγαπήθηκαν μέσα από τις ταινίες του Αντρέι Ταρκόφσκι ανήκουν στον Αρσένι Ταρκόφσκι, πατέρα του σκηνοθέτη; [η πρώτη συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσης Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι Πάτρας (4 11 2007) ήταν αφιερωμένη στους Αντρέι και Αρσένι Ταρκόφσκι: Κινηματογράφος και Ποίηση. Μέσα στην μέρα θα ανακοινωθεί από την Καλλιτεχνική Διάδραση η επαναλειτουργία της Λέσχης σε Αθήνα και Πάτρα Γ.Κ.]
Αρσένι και Αντρέι Ταρκόφσκι
Ακούγοντας το όνομα Ταρκόφσκι, συνήθως συμπληρώνουμε νοερά: Αντρέι. Πόσοι γνωρίζουν όμως πως τα ποιήματα που αγαπήθηκαν μέσα από τις ταινίες του Αντρέι Ταρκόφσκι ανήκουν στον Αρσένι Ταρκόφσκι, πατέρα του σκηνοθέτη; Ο τελευταίος ποιητής του Αργυρού αιώνα της ρωσικής ποίησης έζησε μια μεγάλη σε διάρκεια ζωή: πέθανε στα ογδόντα δύο του χρόνια, τρία χρόνια μετά τον γιο του (29 Δεκεμβρίου 1986) .
Ζωή μεγάλη και δύσκολη για οποιονδήποτε άνθρωπο: στις φωτιές των δύο παγκοσμίων πολέμων, στη λάβα της Επανάστασης. Ζωή αποπνικτική για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο στα πυρά του σταλινικού καθεστώτος κι αργότερα στο βάλτο του καθεστώτος του Λεωνίδ Μπρέζνεφ. Ζωή πικρή για έναν ποιητή, που αναγκαζόταν να γράφει «για το συρτάρι», αποκομμένος από τους αναγνώστες του, να γράφει χωρίς να διαβάζεται.
Πολλοί μεγάλοι Ρώσοι ποιητές και συγγραφείς διώκονταν, βασανίζονταν, δολοφονούνταν. Ο Αρσένι Ταρκόφσκι δεν φυλακίστηκε, δεν κυνηγήθηκε, δεν απειλήθηκε. Απλά, τον είχαν καταδικάσει σε λήθη. Τα βιβλία του δεν απαγορεύονταν. Απλά, δεν εκδίδονταν. Δεν υπήρχε. Όμως ο Αρσένι Ταρκόφσκι, όπως τόσοι και τόσοι συμπατριώτες του, έλαμψε διά της απουσίας του. Λίγοι γνώριζαν την ποίησή του, μα αυτοί οι λίγοι την αγάπησαν και την δέχθηκαν σαν μήνυμα από το παρελθόν, σαν συνέχεια της κλασικής ρωσικής λογοτεχνίας. Ο Αρσένι Ταρκόφσκι γεννήθηκε το 1907 και διαμορφώθηκε ποιητικά στα τέλη της δεκαετίας του ‘20. Αλλά το πρώτο του βιβλίο, Πριν το χιόνι, είδε το φως μονάχα το 1962.
Ο Ταρκόφσκι «δεν είχε φανερή ποιητική βιογραφία», γράφει ο δημοσιογράφος και ποιητής Γιούρι Κουμπλανόφσκι, προλογίζοντας μία από τις ποιητικές συλλογές του Ταρκόφσκι, «δεν είχε δηλαδή σημαντικούς σταθμούς τους οποίους ορίζουν οι εκδόσεις και οι κριτικές των βιβλίων του, τα διαλείμματα ανάμεσα στις εκδόσεις, οι αντιδράσεις των αναγνωστών του, οι συζητήσεις γύρω από το όνομά του. Ίσως γι’ αυτό και ο ίδιος θεωρούσε το έργο του μονολιθικό και όχι σε εξέλιξη. Ίσως γι’ αυτό το λόγο το έργο του δύσκολα χωρίζεται σε ποιητικές περιόδους… Και συχνά δεν υπάρχουν καν ημερομηνίες κάτω από τα ποιήματά του. Ο χρόνος για τον Ταρκόφσκι είναι ενιαίος». Ο Ταρκόφσκι, όπως και οι ήρωες πολλών ρωσικών παραμυθιών, ζούσε πρόσωπο με πρόσωπο με τον καθρέφτη, που επί χρόνια ολόκληρα ήταν και ο μοναδικός μάρτυς και κριτής της δουλειάς του, του «άυπνου προσώπου της ματαίας εργασίας». Μονάχα εκεί αποκαλύπτονταν τα σημάδια του χρόνου που κυλούσε.
Αρνούμενος να συμβιβαστεί, να υποκύψει, «πούλησε τα καλύτερά του χρόνια για τους ξένους στίχους», όπως λέει ο ίδιος στο ποίημα «Μεταφραστής». Επί δεκαετίες ολόκληρες, ο σοβιετικός αναγνώστης τον αναγνώριζε ως μεταφραστή ξένων ποιητών: αυτή τη μοίρα σφράγισε σχεδόν όλους τους μεγάλους Ρώσους ποιητές, τον Πάστερνακ και τον Μάντελσταμ, την Αχμάτοβα και την Τσβετάγιεβα και άλλους. Έστω και μέσα από ξένες φωνές, αλλά ακούγονταν. Έστω και μέσα από ξένους στίχους, αλλά διαβάζονταν. Και όσοι μπορούσαν ν’ ακούσουν και να διαβάσουν μέσα από τις γραμμές, καταλάβαιναν. Έτσι ο Ταρκόφσκσι διαφύλαξε την ελευθερία του, τη δική του ποίηση. Την έκρυψε, «όπως κρύβεται η πεταλούδα στο κουκούλι», έστω και με το βαρύτατο τίμημα της λήθης. Η επίσημη λογοτεχνία τον αγνόησε, διότι δεν κολάκευε το καθεστώς και τους φύλακές του, διότι δεν ξεπουλήθηκε. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο, ο Αρσένι Ταρκόφσκι παρέμεινε Ρώσος και όχι σοβιετικός ποιητής.
Οι ίδιες αξίες οδηγούσαν στην Τέχνη και τους δυο Ταρκόφσκι, πατέρα και γιο. Τα ποιήματα του πατέρα αποτελούν κλειδιά για τις ταινίες του γιου, ενώ οι ταινίες του γιου λειτουργούν, με τη σειρά τους, ως οπτική έκφραση των ποιημάτων του πατέρα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, ότι οι ταινίες του Αντρέι Ταρκόφσκι χαρακτηρίζονται ποιητικά: λυρικές, βαθύτατα φιλοσοφικές, οξύτατα ψυχολογικές και αληθινές. Ούτε ο πατέρας, ούτε ο γιος πρόδωσαν τις αρχές τους. Δεν απογοήτευσαν όσους τους αγάπησαν. Δεν επιδίωξαν να ικανοποιήσουν το κοινό. Και οι δυο εκπλήρωσαν το καθήκον του δημιουργού. Και παρόλο που τα μάτια τους είδαν πολύ αίμα, αδικία και ψέμα, δεν έπαψαν να αγαπούν τη ζωή, τον κόσμο και τον άνθρωπο.
Ο Αρσένι Ταρκόφσκι κηδεύτηκε την πρώτη μέρα του Ιουνίου του 1989 και θάφτηκε στο νεκροταφείο του χωριού Περεντέλκινο, δίπλα στον Μπορίς Πάστερνακ. Στα 23 χρόνια που πέρασαν από το θάνατό του, το έργο τού Αρσένι Ταρκόφσκι έγινε ευρέως γνωστό στη Ρωσία, όπως ευρέως προβάλλονται και οι ταινίες του Αντρέι Ταρκόφσκι, οι οποίες το 1984, μετά την άρνησή του να επιστρέψει από την Ιταλία, σφραγίστηκαν στα αρχεία.
Τον τελευταίο μήνα του φθινοπώρου,
στη δύση της ζωής μου,
γεμάτος θλίψη
Μπήκα
Στο δάσος δίχως όνομα και φύλλα,
Λουσμένο ολόκληρο
Στο γαλακτερό
Γυαλί ομίχλης.
Από τα γκρι κλαριά
Στάζαν τα δάκρυα,
Που μονάχα τα δέντρα χύνουν
την παραμονή του χειμώνα
που καταργεί το χρώμα.
Και ξαφνικά συνέβη το θαύμα:
Στη δύση μες απ’ τα σύννεφα έλαμψε το γαλάζιο,
Και η φωτεινή ακτίνα, ίδια Ιουνίου φως,
Τ’ αηδονιού τραγούδι, δόρυ ελαφρύ,
Καρφώθηκε στο παρελθόν μου,
Περνώντας από το μέλλον.
Και έκλαιγαν τα δέντρα.
Προσμέναν Τις γενναιοδωρίες, έργα ευλογημένα,
Τις θύελλες ευτυχισμένες στο γαλάζιο
Και σύραν το χορό τα περιστέρια
Όπως στα πλήκτρα τρέχουνε τα χέρια
Από τη γη ως τα ψηλά τ’ αστέρια!
Αρσένι Ταρκόφσκι, 1978
Ή μήπως πρόκειται για μια σκηνή από το «Στάλκερ» (1979), του Αντρέι Ταρκόφσκι;
ΥΓ .Ο τίτλος απο το ποίημα -Βίνσεντ Βαν Γκογκ (Αρσένι Ταρκόφσκι)
Ας με συγχωρήσει ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ
Που δεν μπόρεσα να τον βοηθήσω,
Που δεν του “στρωσα χαλί απο χορτάρι
Κάτω απ” τα πόδια του, στο δρόμο τον καμένο,
Που δεν του “λυσα τα κορδόνια
στα λασπωμένα αγροτικά του παπούτσια,
Που στη ζέστη δεν του “δωσα νερό να ξεδιψάσει,
Που δεν εμπόδισα τον άρρωστο ν” αυτοκτονήσει.
Στέκω εγώ και πάνω μου κρεμιέται
Το κυπαρίσσι γυρισμένο σαν τη φλόγα,
Αυτό το κίτρινο και βαθύ γαλάζιο
Χωρίς αυτά εγώ δεν θα γινόμουν.
Θα πρόδιδα τα λόγια μου
Αν ξεφορτωνόμουν το ξένο βάρος.
Κι η αγριάδα του η αγγελική
Που συγγενεύει με τους στίχους μου
Σας οδηγεί μεσ” απ” την κόρη του ματιού του
Εκεί όπου αναπνέει τ” αστέρια ο Βαν Γκογκ.
Μετάφραση: Χρήστος Κολτούκης-συλλογή ποιημάτων του Ταρκόφσκι «Πουλιά ταξίδευαν στο δρόμο μας«, εκδόσεις Ελεγεία, 2007
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου