28 Οκτωβρίου 2013

Να μην αμελήσουμε...

Τις νύχτες που δεν κοιμάμαι
βγαίνω με τους συντρόφους μου
και σκάβουμε τα μεσάνυχτα...
Είναι τόσο τρελοί,
που πιστεύουν πως μπορούν
να αλλάξουν τον κόσμο...


Αφιερώνεται στους συντρόφους των δρόμων και των πλατειών του Αγρινίου
του Λ. Τηλιγάδα

. 
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
 A
«Τις νύχτες που δεν κοιμάμαι
βγαίνω με τους συντρόφους μου
και σκάβουμε τα μεσάνυχτα.

Πολλά μπορείς να πεις
για τους συντρόφους μου.

Μπορείς να τους στοχοποιήσεις,
να τους κάνεις να κλάψουν βουβά
να τολμήσεις, αν σε παίρνει,
να τους κόψεις τον κώλο...

Δεν μπορείς όμως τους αγνοήσεις.

Είναι τόσο τρελοί,
που πιστεύουν πως μπορούν
να αλλάξουν τον κόσμο...
Είναι τόσο ρεαλιστές,
που μόνο αυτοί
μπορούν να το καταφέρουν.
B
Χρόνια τώρα σε τούτη τη γεωγραφία
- κληρονομιά εφιαλτική -
μάθαμε να κερδίζουμε συντρόφους
και να χάνουμε αγώνες.»

Πάνω σε φτηνή κουβέρτα,
-στρωμένο τραπέζι καταγής-
η αρτοκλασία των αντοχών μας

Βάσανο και φυλαχτό εκείνο το μαντήλι
με τους υγρούς κόμπους της λεηλασίας
Κι οι ιχνηλάτες της μνήμης του λυγμού
να διαβάζουν τα σημάδια καταγής.

Που να βρεις τόπο ήσυχο και βολικό
να θάψεις τόσο ανήσυχους νεκρούς;

Θα 'ρχονται μέρες και ώρες μουγκές,
που θα ουρλιάζουν μέσα σου
οι ανεκπλήρωτες πεθυμιές τους...

Και θα σε βάζουν ξανά στο ντορό τους.

Στο λεξικό της ιστορίας, το νόημα
θα το βρεις στα συνώνυμα.
Συνώνυμο του κατευνασμού, η προδοσία
και της συμφιλίωσης, ο διωγμός.

Τα εκτελεστικά αποσπάσματα
της ομοβροντίας των συντρόφων,
δεν είναι που σ' εκτελούνε μόνο...

είναι που αφήνουν ανοιχτές τις πληγές,
βορά στα αιμοβόρα θηλαστικά
των ρουφιάνων και των γραφειοκρατών.

Απόσπασμα 2ο 
  ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ ΣΤΟ ΚΑΣΤΕΛΟΡΙΖΟ

Μετρήσαμε τις αποστάσεις με τα τσιγάρα
και τα κουράγια με τις εκτοπίσεις.
Μνήμη Π. Μοσχονά και Τ. Καρέλου 

A
Γεννηθήκαμε μέσα σε ρημαγμένες αυλές
με έναν τοκετό εμφύλιο.

Ανοίξαμε την αυλόπορτα
και βγήκανε σ' έναν κόσμο
χαμηλό κι ασβεστωμένο.
Τόσο χαμηλό, που χώραγε μόνο
το μπόι του πατέρα.
Τόσο ασβεστωμένο, που έλαμπε μόνο
το νοικοκυριό της μάνας.

Καταναλώσαμε τόνους θεωρίας και διαλεκτικής,
οικοδομώντας τον καρκίνο του δωδεκαδάκτυλου.

Γεννήσαμε μόνοι μας τον άνεμο,
που γέμισε τις παντιέρες του μυαλού μας.
Μιλήσαμε φθόγγους άγνωστους
μιας γλώσσας πρωτάκουστης.

Αερικά οι μέσα μας αναπνοές,
ντύθηκαν τις βαριές χλαίνες
και μπήκαν στη πορεία των βουνών,
να πάνε γυρεύοντας
του κόσμου την ανατολή.

Τίποτα χειρότερο απ' τον εκτοπισμό
στη μέση μιας θάλασσας,
που δεν μπορείς να την κολυμπήσεις
ή να την ταξιδέψεις.

Σκηνικές ερημιές τα διόδια που καταβάλαμε,
εθισμένοι στο νόστο εκείνων των ουρανών,
που δεν μπόρεσαν να χωρέσουν
σε άρτους και θεάματα μιας ραθυμίας βολικής.

Στις γειτονιές μας, οι μπακάληδες του κόσμου,
πούλησαν ακριβά τη φτηνή τους πραμάτεια. 

Β
Κανείς δεν ξύπνησε νωρίς εκείνη τη μέρα,
για να πλύνει
το πρόσωπο του στο φως. 

Γ
Τα μάτια των παιδιών
έχουν μαζέψει κόκκινο πολύ

και με συνθήματα ξυράφια
χαρακώνουν το σκοτάδι,

για να βρει τρόπο το φως,
να πλημμυρίσει τον κόσμο.

Ν’ ανησυχείτε πιο πολύ, στις δημοκρατίες.
Οι πλειοψηφίες πυροβολούν ψηφίζοντας.

Θα ‘ρθουν οι μέρες του οργασμού
των καθοδικών σωλήνων.

Η βία των μηχανισμών καταστολής
θα βιντεοσκοπείται, για να προβληθεί
στα δελτία των οκτώ
μιας θορυβούσας φλυαρίας.

Ο χρόνος θα πιστώνεται με χρήμα
την ώρα που εσύ
θα τρως το ξύλο της ζωής σου.  

Δ
Θα το δεις Πάνο… Θ’ αλλάξουν όλα.

Με αλαλαγμούς και σημαίες
θα βγούμε ξανά στους δρόμους,
για να κουβαλήσουμε πάλι στους ώμους
τις καινούργιες εξουσίες
μιας ασύμμετρης ασέλγειας,
που ξέρει να ανακυκλώνεται συνεχώς.

Μια λαοθάλασσα υπομονής
μπροστά στα μεταγωγικά
 θα φορέσει τις δάφνες
στο κεφάλι των εξόριστων,
που αύριο θα εκδώσουν
τα νέα φύλλα πορείας
και θα ορίσουν, ερήμην μας,
τη νέα τους επιτροπεία.

Ένα τριγύρω Αλέκα
ένας λαός αλαλάζον θα βυσσοδομήσει
πάνω στην παλιά και τη νέα συνενοχή του.

Οι εθνάρχες και οι σωτήρες
θα καταφθάσουν στις αγορές,
να εξαργυρώσουν γοητεία
και διαλεκτική υποταγής.  
Ε 
Ο κάμπος γέμισε
γεωτρύπανα και μπάτσους.

Ώρες πολλές… μαγκωμένες
στο εκκρεμές του χεριού.

Αυτοί που δεν ξέρουν τον ιδρώτα
θα τάξουν μεροδούλια με το τσουβάλι,
κι οι γριές στα χωριά
θα πλέξουν κατάρες άγριες.

Τα σύνεργα της δουλειάς τα μοναδικά τους όπλα.
Κι οι λέξεις πάνω σε τρύπια πανιά υψωμένα
για να φωνάξουν το δίκιο του αγώνα τους.

Η δύναμη τους μια σφιγμένη γροθιά παλλόμενη
κι η πορεία τους οργιώδης μέσα στο δικό τους τόπο.
Η αντίσταση φυτρώνει, εκεί που δεν την σπέρνει κανείς.

Θα ‘ρθουνε χρόνια
που το μοντάζ των εικόνων της μνήμης
θα καταργήσει τις λέξεις που λέγονται εύκολα.

Ευχαριστούμε το  φίλο Λευτέρη 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου